ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 38/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ιατροί ΕΣΥ. Ο εξαναγκασμός ιατρού του ΕΣΥ σε υπερωριακή απασχόληση η αποζημίωση της οποίας περικόπτεται επειδή μαζί με τις τακτικές αποδοχές υπερβαίνει τις μηνιαίες αποδοχές αρεοπαγίτη με 29 έτη υπηρεσίας είναι αντισυνταγματικός σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 Σ, και παράνομος. Ευθύνη αποζημίωσης κατ΄ άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Δεκτή η αγωγή κατά του νοσοκομείου.

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10-12-2003 με
δικαστές τους : Σοφία Μαραβελάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ.,
Ασπασία Καλαφάτη- εισηγήτρια, Θεόδωρο Σιμόπουλο, Πρωτοδίκες
Δ.Δ. και γραμματέα την Ιωάννα Στεφανοπούλου, δικαστική
υπάλληλο,
γ ι α ν α δικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 21-12-
1999,

τ ο υ ......................... κατοίκου Φιλιατρών Μεσσηνίας, ο οποίος
παραστάθηκε με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Σταματίνα
Νακοπούλου και Ζωή Τσοροβά,
κ α τ ά τ ω ν : 1) Νοσοκομειακής Μονάδας με την επωνυμία
«...............», που εκπροσωπείται από το Διοικητή της και
παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βασιλόπουλο
και 2) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον
Υπουργό των Οικονομικών και παραστάθηκε με τη Δικαστική
Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.),
Παναγιώτα Παρασκευοπούλου.
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους
και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς :
Επειδή με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία καταβλήθηκε το
νόμιμο δικαστικό ένσημο (αρ. διπλ. είσπραξης 8445291/9-12-2003
της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας), ο ενάγων, ιατρός του κλάδου Ε.Σ.Υ. που
υπηρετεί στην εναγόμενη Νοσοκομειακή Μονάδα, από την οποία
και μισθοδοτείται, ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να
καταβάλουν σε αυτόν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας,
νομιμοτόκως από τον κάθε μήνα περικοπής του οφειλόμενου
ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής του, το ποσό των
δραχμών 6.110.680, και ήδη 17.933 Ευρώ και 3 λεπτά, ως
αποζημίωση, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και
106 του Εισ.Ν.Α.Κ., άλλως κατ` εφαρμογή των διατάξεων περί
αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 Α.Κ.), για την ανόρθωση
της βλάβης που υπέστη λόγω της παράνομης, κατά τους
ισχυρισμούς του, από όργανα της ως άνω εναγομένης
Νοσοκομειακής μονάδας, μη καταβολής του εν λόγω ποσού, το
οποίο αντιστοιχεί στις ενεργείς εφημερίες και εφημερίες
ετοιμότητας που υποχρεώθηκε να εκτελέσει στην ίδια Μονάδα,
κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 28-2-1999.
Επειδή με το ν. 2889/2001 «Βελτίωση και εκσυγχρονισμός
του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 37), η
επικράτεια διαιρέθηκε σε Υγειονομικές Περιφέρειες και σε κάθε μία
από αυτές ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την
επωνυμία «Περιφερειακό Σύστημα Υγείας». Περαιτέρω, με τις

παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου ορίσθηκε
ότι : «Όλες οι Νοσοκομειακές Μονάδες, καθώς και τα Κέντρα
Υγείας με τα Περιφερειακά τους Ιατρεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ.
και βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε
ιδρυόμενου Πε.Σ.Υ., μετατρέπονται αυτοδικαίως, από τη
δημοσίευση αυτού του νόμου, σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες
υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ., με διοικητική και
οικονομική αυτοτέλεια. Οι αποκεντρωμένες μονάδες συνεχίζουν να
έχουν τη διοίκηση του προσωπικού τους και οι υπάλληλοι
διατηρούν τους κλάδους και τις θέσεις τους… (παρ. 4). Η νόμιμη
εκπροσώπηση των ανωτέρω αποκεντρωμένων και αυτοτελών
μονάδων των νοσοκομείων, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους
Διοικητές τους (παρ. 5)». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι,
μετά τη δημοσίευση του ν. 2889/2001, τα Νοσοκομεία απολαύουν
διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, διεξάγουν δε τα ίδια τις
δίκες που τα αφορούν, έχοντας την ικανότητα να είναι διάδικοι
(ΕΑΣτΕ 17/2002, 784/2001).
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή με το ως άνω
περιεχόμενο, η οποία ασκήθηκε πριν τη δημοσίευση του ν.
2889/2001, δηλαδή στις 21-12-1999, νομίμως στρέφεται κατά του
(τότε) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία
«................................», και ήδη ανεξάρτητη αποκεντρωμένη
.............................. -η οποία έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και
να διεξάγει τις δίκες που την αφορούν- ενώ, απαραδέκτως
στρέφεται κατά του δευτέρου των εναγομένων Ελληνικού
Δημοσίου, δεδομένου ότι το τελευταίο τούτο δεν νομιμοποιείται
παθητικώς, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η βλάβη του
ενάγοντος προκλήθηκε από την παράνομη παράλειψη καταβολής,
από όργανα του .................. μέρους των αποδοχών του που
αντιστοιχούν σε δεδουλευμένα ενεργών εφημεριών και εφημεριών
ετοιμότητας που υποχρεώθηκε να εκτελέσει στο εν λόγω
Νοσοκομείο, το οποίο και είναι κατά τους ισχυρισμούς του υπόχρεο
προς ικανοποίηση της σχετικής αξίωσής του (άρθρο 72 του
Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) και όχι από όργανα του
Ελληνικού Δημοσίου, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του
δευτέρου των εναγομένων, που προβάλλεται με το από 11-12-
2003 υπόμνημά του. Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αγωγή, η οποία
ασκήθηκε νομοτύπως και εν γένει παραδεκτώς (βλ. και την από 3-
12-2003 εξουσιοδότηση του ενάγοντος προς τις υπογράφουσες το

υπό κρίση δικόγραφο, δικηγόρους) είναι τυπικώς δεκτή και πρέπει
να εξετασθεί κατ` ουσίαν.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 2, 4
και 5 του ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση
Συστήματος Υγείας" (Α΄123), οι γιατροί του Ε.Σ.Υ. πλήρους και
αποκλειστικής απασχόλησης είναι μόνιμοι ή επί θητεία δημόσιοι
λειτουργοί των νοσοκομείων (βλ. και άρθρο 24 παρ. 2 του ν.
1397/1983 «Εθνικό Σύστημα Υγείας» (Α΄ 143), που είχε
καταργηθεί με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992 και επανήλθε σε
ισχύ με την περ. β΄ του άρθρου 1 του ν. 2194/1994, Α΄ 34).
Εξάλλου, στο άρθρο 88 (παρ. 1) του ως άνω νόμου 2071/1992
ορίζεται ότι : «Οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., όλων των βαθμών, πλήρους και
αποκλειστικής ή μερικής απασχόλησης ή ειδικευόμενοι, οι
οδοντίατροι, καθώς και οι φαρμακοποιοί, χημικοί, βιοχημικοί,
κλινικοί χημικοί και βιολόγοι, που υπηρετούν στα νοσοκομεία και
στα κέντρα υγείας, υποχρεούνται σε ενεργό εφημερία μέσα στο
νοσοκομείο ή στο κέντρο υγείας, σύμφωνα με τις ανάγκες των
τμημάτων, εργαστηρίων και ειδικών μονάδων και εν γένει
σύμφωνα με τις ανάγκες για την απρόσκοπτη λειτουργία του
νοσοκομείου ή του κέντρου υγείας...». Περαιτέρω, με τα άρθρα 4,
5, 6 και 7 του ν. 2606/1998 «Μισθολογικές ρυθμίσεις
διπλωματικών υπαλλήλων και άλλων συναφών κατηγοριών του
Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και των γιατρών του Ε.Σ.Υ. και
άλλες διατάξεις» (Α΄ 89) από 1-1-1998 και μετέπειτα (βλ. άρθρο 21
του ιδίου νόμου), καθιερώθηκε ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση
για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του ως άνω
νόμου ορίζεται ότι : «1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των
βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των γιατρών του Εθνικού
Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό
του βαθμού του Επιμελητή Β, με τους παρακάτω συντελεστές και
στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη εκατοντάδα. α. Διευθυντής
1,40 β. Επιμελητής Α` 1.20 γ. Επιμελητής Β` 1.00 δ. Επιμελητής Γ`
και ειδικευόμενος 0,70. 2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών
της προηγούμενης παραγράφου, ο μηνιαίος βασικός μισθός του
Επιμελητή Β` ορίζεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000)
δραχμές.» (Με το άρθρο 15 του ν. 2702/1999 (ισχύς από 1-1-
1999), ο μηνιαίος βασικός μισθός του Επιμελητή Β΄ ορίσθηκε σε
260.000 δραχμές) και στο άρθρο 7 αυτού, ότι : “1. Η συμμετοχή
των γιατρών του Ε.Σ.Υ. των μελών Δ.Ε.Γ. τμημάτων ιατρικής και

όλων των γιατρών που με οποιαδήποτε σχέση προσφέρουν
υπηρεσία στα νοσοκομεία, στο πρόγραμμα εφημεριών (ενεργών
και ετοιμότητας) είναι υποχρεωτική για όλους τους βαθμούς και
βαθμίδες, σύμφωνα με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες. Η
διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 18 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ
57 Α`) έχει εφαρμογή και για μέλη Δ.Ε.Π. τμημάτων ιατρικής των
νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.. 2. Τα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας
όλης της χώρας, για την πραγματοποίηση εφημεριών (ενεργών και
ετοιμότητας), κατατάσσονται σε τρεις (3) ζώνες, ανάλογα με την
έδρα τους ως εξής : α. Ζώνη Α΄… β. Ζώνη Β΄. Στη ζώνη αυτή
ανήκουν τα περιφερειακά και νομαρχιακά νοσοκομεία των
υπόλοιπων νομών ή πόλεων, καθώς και της Αλεξανδρούπολης και
της Λάρισας. Γ. Ζώνη Γ΄. … 3. Το ανώτατο όριο συμμετοχής
γιατρών (ειδικευμένων και ειδικευόμενων) σε εφημεριακή
απασχόληση ενεργό και ετοιμότητας κατά νοσοκομείο, από το
σύνολο των υπηρετούντων σε αυτό με οποιαδήποτε σχέση ορίζεται
κατά ζώνη ως εξής : Α` Ζώνη… Β` Ζώνη. Μέχρι το ένα δεύτερο
(1/2) των υπηρετούντων γιατρών, του ποσοστού αυτού δυναμένου
να αυξάνεται, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις με κοινή απόφαση
των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας μέχρι τα τρία
πέμπτα (3/5). Γ΄ Ζώνη… 4. Η συνολική αμοιβή για κάθε ενεργό
εφημερία ανάλογα με τη διάρκειά της προσδιορίζεται με ωρομίσθιο
ως εξής : α. Για εφημερία ημέρας καθημερινής μέχρι την 22η ώρα,
το ωρομίσθιο επί τις αντίστοιχες ώρες απασχόλησης. β. Για
νυκτερινή εφημερία καθημερινής, από 22η ώρα μέχρι 6η πρωϊνή,
το ωρομίσθιο αυξημένο κατά δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί τις
αντίστοιχες ώρες, νυκτερινής απασχόλησης. γ. Για εφημερία
ημέρας Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, από 6η πρωινή μέχρι
22η, το ωρομίσθιο αυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)
επί τις αντίστοιχες ώρες απασχόλησης. δ. Για νυκτερινή εφημερία
Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, από 22η μέχρι 6η πρωινή, το
ωρομίσθιο αυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό (30%) επί τις
αντίστοιχες ώρες απασχόλησης. Τα ανωτέρω προκύπτοντα
συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεξάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού
εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά δέκα χιλιάδες
(10.000) δραχμές για Επιμελητές Γ.` Β. και Α.` α` κατά είκοσι
χιλιάδες (20.000) δραχμές για Διευθυντές. Το ωρομίσθιο ορίζεται
στο ένα εκατοστό πεντηκοστό (1/150) του βασικού μισθού. Το
ωρομίσθιο και οι δραχμικές προσαυξήσεις των εφημεριών
δύνανται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού

οικονομικών. 5. Η συνολική αμοιβή για κάθε εφημερία ετοιμότητας
ορίζεται σε σαράντα εκατοστά (40/100) της αντίστοιχης συνολικής
αμοιβής ενεργού εφημερίας, συμπεριλαμβανομένης και της
δραχμικής προσαύξησης. 6. Οι γιατροί που συμμετέχουν σε
ενεργό εφημερία υποχρεούνται να βρίσκονται εντός του
νοσοκομείου και των λοιπών μονάδων, σε όλη τη διάρκειά της. Σε
περίπτωση απουσίας τους, πέραν των πειθαρχικών κυρώσεων
περικόπτεται ολόκληρη η αμοιβή της εφημερίας. Οι γιατροί που
συμμετέχουν σε εφημερία ετοιμότητας υποχρεούνται να
προσέρχονται στα νοσοκομεία και στις λοιπές μονάδες όταν και
όσες φορές καλούνται για παροχή ιατρικών υπηρεσιών. Σε
περίπτωση κλήσης και μη προσέλευσης τους πέρα από τη
στέρηση της αμοιβής της εφημερίας κινείται αρμοδίως και
πειθαρχική διαδικασία εναντίον τους. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος
αποζημίωσης των γιατρών που μετέχουν σε πρόγραμμα
εφημερίας ετοιμότητας δεν μεταβάλλονται από τις τυχόν
σωρευτικές κλήσεις και τη διάρκεια παραμονής τους στους
νοσοκομειακούς και λοιπούς χώρους. Η κλήση και η προσέλευση ή
μη γιατρών στην περίπτωση αυτή διαπιστώνεται από τα στοιχεία
της κάθε νοσηλευτικής μονάδας και με ευθύνη του γιατρού της
ενεργού εφημερίας. 7. Εντός του τελευταίου τριμήνου του κάθε
έτους το διοικητικό συμβούλιο του κάθε νοσοκομείου διατυπώνει
πρόταση προς τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας για την έγκριση
προγράμματος απασχόλησης των υπηρετούντων σε αυτό γιατρών
σε εφημερίες (ενεργείς και ετοιμότητας) του επόμενου έτους. Μετά
την επεξεργασία κάθε πρότασης από την αρμόδια υπηρεσία του
Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και την αξιολόγηση της δαπάνης
με βάση τις πραγματικές ανάγκες του κάθε νοσοκομείου, εκδίδεται
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και
Πρόνοιας, με την οποία εγκρίνεται το τελικό πρόγραμμα εφημεριών
των γιατρών κάθε νοσοκομείου, μέσα στα όρια των πιστώσεων του
προϋπολογισμού για το σκοπό αυτόν. Με την ίδια απόφαση
καθορίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την προσφορά
εφημεριών, καθώς και ο τρόπος ελέγχου της πιστής τήρησης του
προγράμματος εφημεριών κατά νοσοκομείο. Σε περίπτωση
διενέργειας ελέγχου από αρμόδια προς τούτο όργανα και
διαπίστωσης υπέρβασης της κοινής απόφασης ή απουσίας των
εφημερευόντων από τα καθήκοντά τους, κινείται πειθαρχική
διαδικασία κατά παντός υπευθύνου από τον αρμόδιο Υπουργό
Υγείας και Πρόνοιας. 8. Το σύνολο των πρόσθετων αμοιβών ή

άλλων απολαβών των γιατρών, περιλαμβανομένων και των
αποζημιώσεων από εφημερίες, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να
υπερβεί κατά μήνα τις τακτικές τους αποδοχές, χωρίς
συνυπολογισμό σε αυτές της οικογενειακής παροχής και των
επιδομάτων εορτών και άδειας. Το σύνολο των τακτικών αποδοχών
και πρόσθετων αμοιβών τους κατά μήνα δεν μπορεί να υπερβεί τις
μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν σε Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια
υπηρεσίας, χωρίς την οικογενειακή παροχή. Τυχόν υπέρβαση του
ποσού αυτού περικόπτεται από την αποζημίωση των εφημεριών.
9…». Εξάλλου, με την Α9α/οικ. 20771/16-7-1998 απόφαση των
Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας «Εφημερίες
γιατρών» (Β΄ 766), όπως διορθώθηκε με την Α9α/οικ. 27735/1-9-
1998 απόφαση των ιδίων Υπουργών (Β΄ 971), η οποία εκδόθηκε
σε εκτέλεση της εξουσιοδότησης της παραγράφου 7 του ως άνω
άρθρου 7 του ν. 2606/1998, εγκρίθηκε η καταβολή εφημεριών για
το χρονικό διάστημα από 1-1- 1998 έως 31-12-1998 στο ιατρικό
προσωπικό, μεταξύ άλλων, και του Νομαρχιακού Νοσοκομείου
Κυπαρισσίας, ενώ, με την Α9α/7522/23-2-1999 απόφαση των ως
άνω Υπουργών (Β΄ 166), εγκρίθηκε η καταβολή εφημεριών για το
χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-1999. Τέλος, στο
άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται
και για την ευθύνη των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
(άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ.), ορίζεται ότι : “Για παράνομες πράξεις ή
παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, κατά την άσκηση της
δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε
αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά
παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του δημοσίου
συμφέροντος…”.
Επειδή οι ιατροί που έχουν διορισθεί και υπηρετούν στο
Εθνικό Σύστημα Υγείας συγκαταλέγονται, χωρίς αμφιβολία, στους
κατά το Σύνταγμα δημοσίους υπαλλήλους, εφόσον, όπως
προκύπτει από το άρθρο 24 του ν. 1397/1983 αλλά και από το
άρθρο 63 του ν. 2071/1992, οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού
όλων των νοσοκομείων, εκτός από εκείνα των Ενόπλων Δυνάμεων
και των Α.Ε.Ι., συστάθηκαν ως θέσεις ιατρών πλήρους και
αποκλειστικής απασχόλησης, οι ιατροί αυτοί χαρακτηρίσθηκαν
μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, και τους απαγορεύθηκε η άσκηση της
ιατρικής ως ελευθέρου επαγγέλματος αλλά και οποιουδήποτε
άλλου επαγγέλματος εκτός από αυτά που έχουν σχέση με

συγγραφική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα, όπως επίσης το να
είναι ιδιοκτήτες ιδιωτικής κλινικής ή φαρμακευτικής επιχείρησης ή
να μετέχουν σε εταιρίες με αντίστοιχα αντικείμενα. Εξάλλου, οι
γιατροί του Ε.Σ.Υ. έχουν τύχει ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης
από το νομοθέτη, λόγω του μεγαλύτερου χρόνου γενικής
εκπαίδευσής τους, σε σχέση με άλλους επιστήμονες, της
πολύχρονης μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για
ειδίκευση αλλά και της ανάγκης για διαρκή εκπαίδευση στην
επιστήμη τους, των ειδικότερων συνθηκών άσκησης του ιατρικού
έργου και του περισσότερου χρόνου εργασίας τους σε σχέση με
τους εργαζομένους σε άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης,
διαμορφώθηκε δε, με το ν. 1397/1983 αρχικά, και μετά την
κατάργηση των συναφών διατάξεών του από το ν. 2606/1998, με
τον τελευταίο αυτό νόμο, ειδικό μισθολόγιο για τους γιατρούς του
Ε.Σ.Υ., με το οποίο ρυθμίσθηκε το μισθολογικό καθεστώς των
γιατρών αυτών, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων
συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων.
Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 2548/1993, 1145/1992,
889/1992, 887/1992, 885/1992, 736/1992, 541/1992 κ.α.), από το
συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26, 87 παρ. 2 και 88 παρ.
2 του Συντάγματος του 1975, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι
«ειδικό» μισθολόγιο των δικαστών, σημαίνει πράγματι αυξημένο
μισθολόγιο έναντι, όχι απλώς τον διοικητικών υπαλλήλων, αλλά
έναντι όλων των άλλων αξιωματούχων του δημόσιου τομέα,
ανεξάρτητα από τη νομική σχέση τους προς το Δημόσιο ή τη
νομική μορφή της υπηρεσίας τους ως διοικητικής, νομικού
προσώπου δημοσίου δικαίου νομικού προσώπου ιδιωτικού
δικαίου, ανωνύμου εταιρίας, δημόσιας επιχείρησης κ.λ.π., καθώς
επίσης και του ιδιωτικού τομέα, ενόψει του γενικού επιπέδου της
οικονομικής αναπτύξεως της Χώρας και των απολαυών που
χορηγούνται με βάση της εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες.
Διατάξεις νόμων, από τις οποίες προκύπτει αμέσως ότι οι
συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές ορισμένων λειτουργών του
δημόσιου τομέα είναι υψηλότερες από εκείνες των Προέδρων των
Ανωτάτων Δικαστηρίων, αποτελούν προσβολή του κύρους και της
ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, που κατοχυρώνεται από
το Σύνταγμα. Επομένως, υπό το ανωτέρω πρίσμα, το
προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του ν.
2606/1998, με το οποίο ορίζεται ότι το σύνολο των τακτικών

αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών των γιατρών του Ε.Σ.Υ.
κατά μήνα (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αποδοχές
που αντιστοιχούν σε ενεργείς εφημερίες και εφημερίες
ετοιμότητας), δεν μπορεί να υπερβεί τις μηνιαίες αποδοχές
που αντιστοιχούν σε Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια υπηρεσίας,
συμπορεύεται με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις (άρθρα
26, 87 παρ. 2 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος), με τον
περιορισμό όμως, ότι δεν πρέπει να υποχρεώνονται οι
γιατροί σε προσφορά εργασίας για ώρες που συνεπάγονται
μηνιαίες αποδοχές που υπερβαίνουν τις αποδοχές του
Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια υπηρεσίας. Τούτο, ενόψει και του ότι
από το πλέγμα των διατάξεων του άρθρου 88 του ν. 2091/1992,
του άρθρου 24 του ν. 1397/1983, του άρθρου 103 παρ. 4 του
Συντάγματος και του άρθρου 7 (παρ. 6) του ν. 2606/1998 (βλ. και
άρθρο 35 παρ. 1 εδ. θ΄ του ν. 1397/83), προκύπτει ότι οι ιατροί του
Ε.Σ.Υ. είναι υποχρεωμένοι -άλλως υπόκεινται σε πειθαρχική δίωξη
(άρθρο 35 παρ. 1 εδ. θ΄ του ν. 1397/83 και άρθρο 39 του ν.
2519/1997)- να εκτελέσουν ενεργείς και εφημερίες ετοιμότητας. Και
ναι μεν, το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Νοσοκομείου, στα πλαίσια
της αρμοδιότητάς του να λαμβάνει μέτρα για την εύρυθμη
λειτουργία του Νοσοκομείου (άρθρο 16 παρ.1 περ. α΄ του ν.
2519/1997, Α΄ 165), υποχρεούται να προτείνει και να υποβάλει
προς έγκριση, για την αντιμετώπιση των αναγκών του, πρόγραμμα
εφημεριών των γιατρών κάθε βαθμίδας, πλήν όμως, η σχετική
πρότασή του, όπως και η εγκριτική του προγράμματος αυτού
απόφαση, θα πρέπει να εναρμονίζονται αφ` ενός, με τη διάταξη της
παραγράφου 8 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου 2606/1998, υπό
την έννοια ότι δεν θα πρέπει το πρόγραμμα αυτό να αφορά
περισσότερες εφημερίες από αυτές που δικαιούνται να λαμβάνουν
ως αποδοχές οι εργαζόμενοι ιατροί, και αφ` ετέρου, με τη διάταξη
της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του Συντάγματος του 1975 (ήδη
παραγράφου 4, όπως αυτή αναριθμήθηκε με την παρ. Α του
Ψηφίσματος της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, Α΄ 84/17-4-2001),
κατά την οποία «Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας
απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη
προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης
ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή
επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που
μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά
με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς

τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών».
Ειδικότερα, κατά την ως άνω συνταγματική διάταξη, -η οποία
εφαρμόζεται και στους με σχέση δημοσίου δικαίου εργαζομένους
(πρβλ. ΣτΕ 2960/1983, Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου 1983, σελ.
1017), σε αντίθεση με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου του
Συντάγματος που εφαρμόζεται μόνο στους εργαζόμενους με σχέση
ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 1482/2002, 7/1999)-, με την οποία
κατοχυρώνεται κατά βάση το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της
εργασίας υπό την αρνητική του μορφή, δεν νοείται παροχή
εργασίας χωρίς αμοιβή, εκτός από την περίπτωση της επίταξης
των «προσωπικών υπηρεσιών» στις εξαιρετικές περιπτώσεις που
θεσπίζονται από το ίδιο άρθρο του Συντάγματος. Συγκεκριμένα,
επίταξη προσωπικών υπηρεσιών και επομένως, παροχή εργασίας
χωρίς αμοιβή, επιτρέπεται : α) σε περίπτωση πολέμου ή
επιστράτευσης για την αντιμετώπιση των αναγκών της εθνικής
άμυνας της χώρας, β) σε περίπτωση αντιμετώπισης κοινωνικής
ανάγκης από θεομηνία (π.χ. σεισμός, πλημμύρα κ.λ.π.), γ) σε
περίπτωση αντιμετώπισης κινδύνου της δημόσιας υγείας, όπως
λόγω επιδημιτικής ασθένειας που λαμβάνει διαστάσεις στον
πληθυσμό, λόγω πυρηνικού ατυχήματος κ.λ.π. και δ) σε
περίπτωση εξυπηρέτησης τοπικών αναγκών των Ο.Τ.Α., η οποία
όμως μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική, αν ο δημότης δεν θέλει
να προσφέρει την προσωπική του εργασία (βλ. σχετικά μελέτες
των Λεωνίδα Ντάσιου «Η πολιτική επιστράτευση των απεργών σε
περίοδο ειρήνης», Ε.Εργ.Δ. 1986 σελ. 742, Κώστα Μπέη «Η
επίταξη προσωπικών υπηρεσιών και η αναγκαστική εργασία
(άρθρο 22 παρ. 3 του Συντ. 1975)», Ε.Εργ.Δ. 1980 σελ. 1,
Θεόδωρου Θεοδώρου «Απεργία και πολιτική επιστάτευση»,
Ε.εργ.Δ. 1986 σελ. 734, Αλέξανδρου Καρακατσάνη «Πολιτική
Επιστράτευση και Εργασιακές Σχέσεις», Ε.Εργ.Δ. 1986, σελ. 738).
Ενόψει των ανωτέρω, και εφ` όσον καταφανώς δεν συντρέχει στην
προκείμενη περίπτωση καμία από τις ανωτέρω εξαιρετικές
συνταγματικές προϋποθέσεις που να επιτρέπουν την παροχή
εργασίας άνευ αμοιβής, ο εξαναγκασμός ιατρού του Ε.Σ.Υ. σε
υπερωριακή απασχόληση με τη μορφή ενεργών εφημεριών και
εφημεριών ετοιμότητας, η αποζημίωση των οποίων, προστιθέμενη
στο σύνολο των τακτικών και πρόσθετων μηνιαίων αποδοχών του,
υπερβαίνει τις μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν σε Αρεοπαγίτη
με 29 χρόνια υπηρεσίας, και, ως εκ τούτου, περικόπτεται,
παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Συντάγματος

(ήδη παρ. 4), αλλά και περαιτέρω, τις διατάξεις του άρθρου 7 (παρ.
8 του ν. 2606/98 (υπό το πρίσμα που ερμηνεύθηκαν) και αποτελεί
παράνομη σε ευρεία έννοια συμπεριφορά, η οποία θεμελιώνει
ευθύνη του εργοδότη Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου
Δικαίου κατά περίπτωση, να αποκαταστήσει τη βλάβη που
προκαλεί στον ιατρό η υποχρεωτική και χωρίς αμοιβή παροχή της
εργασίας, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106
του Εισ.Ν.Α.Κ. (πρβλ. Δ.Ε.Πατρών 25/1995 Δι.Δικ. 1997 σελ. 393,
Δ.Ε.Αθηνών 1930/1993 Ε.Δ.Κ.Α 1994 σελ. 301, Δ.Ε.Θεσσαλονίκης
708/1995 αδημοσίευτη). Επομένως, η παράλειψη καταβολής
αμοιβής στους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. για εφημερίες, τις οποίες οι
τελευταίοι εξαναγκάσθηκαν να πραγματοποιήσουν, είναι
παράνομη και το αρνούμενο την καταβολή της αμοιβής αυτής
Νοσοκομείο ευθύνεται να αποζημιώσει την περιουσιακή ζημία
που υφίστανται, η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά των
αμοιβών που έπρεπε να λάβουν με την πραγματοποίηση των
υπεράριθμων υπερωριών σε σχέση με αυτές που έχουν λάβει
μετά την περικοπή των αποδοχών τους, κατ` εφαρμογή του
τελευταίου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 7 του ν. 2606/1998.
(…)
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της
δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων υπηρετεί από 16-4-
1994 στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο …………, ως ιατρός
εντεταγμένος στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την ειδικότητα του
ακτινολόγου και με βαθμό Διευθυντού (σχετική η 3970/24-8-2000
βεβαίωση της Διευθύντριας του ως άνω Νοσοκομείου). Κατά το
επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 28-2-1999, στα
πλαίσια της εργασίας του και των αναγκών του εναγόμενου
Νοσοκομείου, μετά από σχετικές πράξεις του Διοικητικού
Συμβουλίου του εναγομένου Νοσοκομείου, με τις οποίες
καταρτίσθηκαν και εγκρίθηκαν τα προγράμματα εφημεριών (βλ.
σχετικά τις 25/31-12-1997 (θέμα 1ο), 2/30-1-1998, 4/27-2-1998,
6/31-3-1998, 7/28-4-1998, 9/1-6-1998, 11/29-6-1998, 14/31-7-
1998, 16/31-8-1998, 18/30-9-1998, 19/30-10-1998, 22/30-11-1998,
23/28-12-1998 και 1/27-1-1999 πράξεις του Δ.Σ. του εναγομένου
περί κατάρτισης και έγκρισης προγραμμάτων εφημεριών κατά το
επίδικο χρονικό διάστημα), πραγματοποίησε κάθε μήνα, εκτός από
το κανονικό του ωράριο, τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή
του ενεργείς εφημερίες, και ειδικότερα, …………. Για τις ως άνω

εφημερίες, καταβλήθηκαν στον ενάγοντα ποσά δρχ. 379.000 για
κάθε μήνα πραγματοποίησής τους και συνολικά δρχ. 5.306.000, με
την αιτιολογία ότι, αφού οι μηνιαίες αποδοχές του Αρεοπαγίτη με
29 χρόνια υπηρεσίας ανέρχονται σε 1.281.000 δραχμές και οι
τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 902.000
δραχμές (878.000 δραχμές χωρίς την οικογενειακή παροχή των
24.000 δραχμών), το ποσό που δικαιούνταν έως τις μηνιαίες
αποδοχές του Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια υπηρεσίας, ανέρχονταν σε
379.000 δραχμές μηνιαίως (δηλαδή 1.281.000 δρχ.- 902.000 δρχ.
= 379.000 δρχ.), ενώ, οι δεδουλευμένες εφημερίες του ενάγοντος
ανέρχονταν σε δρχ. ….. και συνολικά σε δρχ. 13.213.056 (βλ.
σχετικά την από 20-7-1999 βεβαίωση της Υπεύθυνης Μισθοδοσίας
του εναγόμενου Νοσοκομείου, .............. και τις 4/27-2-1998, 6/31-
3-1998, 7/28-4-1998, 8/19-5-1998, 12/10-7-1998, 14/31-7-1998,
16/31-8-1998, 20/4-11-1998, 21/19-11-1998, 1/20- 1-1998 και
4/17-3-1998 πράξεις του Δ.Σ. του εναγομένου περί έγκρισης
πληρωμής των ενεργών εφημεριών).
Επειδή με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το
από 11-12-2003 υπόμνημα, ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο
εξαναγκασμός του σε προσφορά εργασίας μέσω εφημεριών, που
συνεπάγονται μηνιαίες αποδοχές που υπερβαίνουν αυτές του
Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια υπηρεσίας, αντιστρατεύεται τόσο στο
άρθρο 7 παρ. 8 του ν. 2606/1998, όσο και στα άρθρα 104 παρ. 2,
22 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι
υποχρεώνεται σε παροχή εργασίας χωρίς αμοιβή, ενώ άλλοι
κλάδοι εργαζομένων του ιδίου Νοσοκομείου (διοικητικοί, τεχνικοί
κ.λ.π.) αμείβονται για την υπερωριακή εργασία που προσφέρουν.
Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς του, οι σχετικές αποφάσεις του
διοικητικού συμβουλίου του Νοσοκομείου για την πραγματοποίηση
εκ μέρους του εφημεριών για τις οποίες δεν θα καταβαλόταν
αμοιβή και οι αποφάσεις με τις οποίες εγκρίθηκαν αυτές οι
εφημερίες, είναι παράνομες και για το λόγο αυτό, πρέπει να του
επιδικασθεί ως αποζημίωση, η διαφορά μεταξύ της αμοιβής των
εφημεριών που πραγματοποίησε (δεδουλευμένα), μείον το ποσό
που του καταβλήθηκε, υπολογισμένη όμως μέχρι του ύψους του
συνόλου των τακτικών αποδοχών του κατά μήνα, χωρίς την
οικογενειακή παροχή, και η οποία (αποζημίωση) ανέρχεται σε δρχ
….. συνολικά σε 6.110.680 δραχμές. Το εν λόγω ποσό ο ενάγων
ζητά νομιμοτόκως από τον κάθε μήνα περικοπής του, άλλως από

την επίδοση της αγωγής του και μάλιστα, με το από 11-12-2003
υπόμνημά του, ζητά να υπολογισθεί ο τόκος αυτός με βάση το
γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας και το νόμιμο επιτόκιο,
επικαλούμενος ότι η διάταξη με την οποία καθορίζεται το επιτόκιο
σε 6% ετησίως, αντίκειται τόσο στο άρθρο 4 παρ. 1 του
Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Από την πλευρά του
το εναγόμενο, με το από 12-12- 2003 υπόμνημά του, υποστηρίζει
ότι το ύψος της αποζημίωσης που δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα
δεν οφείλεται σε παράνομη παράλειψη των οργάνων του
Νοσοκομείου, αλλά σε ρητή επιταγή διατάξεων του Συντάγματος
(άρθρα 88 παρ. 2 και 104 παρ. 2) και διατάξεων του νόμου (άρθρο
7 παρ. 8 του ν. 2606/1998).
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας
ειδικότερα υπόψη : α) ότι ο ενάγων-ιατρός του Ε.Σ.Υ. εκτέλεσε
υπερωριακή απασχόληση με τη μορφή μηνιαίων ενεργών
εφημεριών και εφημεριών ετοιμότητας κατά το χρονικό διάστημα
από 1-1-1998 έως 28-2-1999, με βάση μηνιαία προγράμματα που
κατάρτισε και ενέκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου
Νοσοκομείου για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του, των
οποίων (εφημεριών) η αποζημίωση υπερβαίνει τις μηνιαίες
αποδοχές του Αρεοπαγίτη με 29 χρόνια υπηρεσίας, β) ότι αν και ο
ενάγων υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων (εξαναγκάσθηκε) από τη
διοίκηση του εναγόμενου Νοσοκομείου, να εκτελέσει την
ιστορούμενη και μη αμφισβητούμενη από το εναγόμενο
υπερωριακή απασχόληση -ενόψει του ότι σε διαφορετική
περίπτωση (άρνησης πραγματοποίησής τους) θα επρόκειτο για
αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων του που
συνιστά πειθαρχικό αδίκημα- το τελευταίο παρέλειψε να του
καταβάλει μέρος της αμοιβής που αντιστοιχεί στις δεδουλευμένες
από αυτόν εφημερίες και γ) ότι, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν
στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο κατά τα ανωτέρω
εξαναγκασμός του ενάγοντος παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου
22 παρ. 3 (και ήδη παρ. 4) του Συντάγματος, αλλά και τις διατάξεις
του άρθρου 7 (παρ. 8 του ν. 2606/98 (υπό το πρίσμα που
ερμηνεύθηκαν) και αποτελεί παράνομη σε ευρεία έννοια
συμπεριφορά, που θεμελιώνει ευθύνη του εναγόμενου
Νοσοκομείου να αποκαταστήσει τη βλάβη που προκάλεσε στον
ενάγοντα η υποχρεωτική και χωρίς αμοιβή παροχή από αυτόν της

συνταγματικά ανεπίτρεπτης υπερωριακής εργασίας, κρίνει ότι
συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις
εφαρμογής των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και
επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή της σχετικής κύριας
βάσης της αγωγής, να αποκατασταθεί η βλάβη του ενάγοντος
με την καταβολή από το εναγόμενο Νοσοκομείο (το οποίο
κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν ν.π.δ.δ.) χρηματικής
αποζημίωσης, η οποία ανέρχεται συνολικά σε δραχμές
6.110.680 (δηλαδή σε δρχ. 499.000 για κάθε ένα από τους μήνες
Ιανουάριο του 1998, Φεβρουάριο του 1998, Μάρτιο του 1998,
Απρίλιο του 1998, Μάϊο του 1998, Ιούλιο του 1998, Αύγουστο του
1998, Νοέμβριο του 1998, Δεκέμβριο του 1998, σε δρχ. 342.683
για τον Ιούνιο του 1998, σε δρχ. 135.967 για το Σεπτέμβριο του
1998, σε δρχ. 392.837 για τον Ιανουάριο του 1999 και σε δρχ.
417.961 για τον Φεβρουάριο του 1999), ποσό ίσο προς εκείνο το
οποίο αντιστοιχεί κατά νόμο στην πραγματοποιηθείσα εφημεριακή
απασχόληση του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όσα
δε αντίθετα υποστηρίζονται από το εναγόμενο πρέπει να
απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξάλλου, το ως άνω ποσό πρέπει να
καταβληθεί στον ενάγοντα νομιμοτόκως από την επίδοση της
αγωγής του (εφ` όσον από το συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 75 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ., ν. 2717/1999, και της παρ. 2 του
άρθρου 7 του νδ.τος 496/1974 τόκοι οφείλονται από την
ημερομηνία επίδοσης της αγωγής και όχι από προγενέστερο
γεγονός, ad hoc ΑΠ 1054/2002, Δ.Ε.Α. 754/1992), υπολογιζομένου
του τόκου, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο,
με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας. Τέλος, πρέπει
να απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντος να κηρυχθεί η απόφαση
του Δικαστηρίου προσωρινώς εκτελεστή, ενόψει του ότι δεν
επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί
λόγοι που συνηγορούν προς τούτο, ούτε αποδεικνύει ότι η
επιβράδυνση της εκτέλεσης της παρούσας απόφασης θα επιφέρει
σε αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη (άρθρο 80 παρ. 3 του Κ.Διοικ.Δ.).
Επειδή, κατ` ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να
απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού
Δημοσίου, να γίνει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της
εναγόμενης Νοσοκομειακής Μονάδας και να υποχρεωθεί η
τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό δραχμών 6.110.680,
άλλως 17.933 Ευρώ και 3 λεπτών, νομιμοτόκως από την επίδοση

της αγωγής του (από 3-1-200, βλ. σχετικά την 3314/3-1-2000
έκθεση επίδοσης του Επιμελητή του Πρωτοδικείου
………………………….. της ένδικης αγωγής προς το εναγόμενο
Νοσοκομείο), υπολογιζομένου του τόκου με βάση το εκάστοτε
ισχύον επιτόκιο υπερημερίας. Τέλος, ο ηττηθείς διάδικος πρέπει να
καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του
ενάγοντος, ύψους 554,32 Ευρώ (δηλαδή 277,79 Ευρώ βάσει του
102711/9-12-2003 τετραπλότυπου υποχρεωτικής προεισπράξεως
του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, 176,10 Ευρώ βάσει του
31092344/15-12-2003 τριπλοτύπου του Δικηγορικού Συλλόγου
Αθηνών και 100,43 Ευρώ βάσει του 8445291/9-12-2003
διπλοτύπου εισπράξεως της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας) (άρθρο 275 παρ.
1 εδάφιο α΄ σε συνδυασμό με παρ. 4 του ιδίου άρθρου του
Κ.Διοικ.Δ.) και να απαλλαγεί ο ενάγων από τα δικαστικά έξοδα του
Ελληνικού Δημοσίου, κατ` εκτίμηση των περιστάσεων (άρθρο 275
παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κ.Διοικ.Δ.).
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του
Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του
..................
Υποχρεώνει το ως άνω Νοσοκομείο να καταβάλει στον ενάγοντα
ποσό δεκαεπτά χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τριών Ευρώ και
τριών λεπτών (17.933,03 Ευρώ) (δηλαδή έξι εκατομμυρίων εκατόν
δέκα χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα, 6.110.180 δραχμών),
νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του (3-1-2000),
υπολογιζομένου του τόκου με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο
υπερημερίας.
Καταδικάζει το εναγόμενο Νοσοκομείο στη δικαστική δαπάνη του
ενάγοντος ύψους 554,32 Ευρώ.
Απαλλάσσει τον ενάγοντα από τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού
Δημοσίου.
Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Καλαμάτα στις 14-1-2004
και η απόφασή του δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του κατά την
έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 3-2-2004.