ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΗ 2337/2020
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Δημόσια έργα. Τόκοι υπερημερίας λόγω καθυστερημένης εξόφλησης λογαριασμού. Ενέχυρο-εκχώρηση απαίτησης που απορρέει από λογαριασμό έργου. Τα άρθρα 53 του ν.δ. 496/1974 και 95 του ν. 2362/1995 δεν έχουν εφαρμογή στους δήμους, στους οποίους, για το κύρος της αναγγελίας της εκχωρήσεως αρκεί η κατά τις κοινές διατάξεις του ΑΚ
κοινοποίησή της προς το δήμαρχο. Η επανεκχώρηση της
απαίτησης αποτελεί στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης και πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Πενταετής παραγραφή της αξίωσης του αναδόχου προς καταβολή της, κατά την σύμβαση, οφειλομένης αμοιβής του, η οποία άρχεται από το τέλος του έτους, κατά το οποίο συνετελέσθη η οριστική παραλαβή του έργου, είτε αυτή διενεργήθηκε από την Επιτροπή Παραλαβής, είτε έλαβε χώρα αυτοδικαίως (πλασματική παραλαβή). Η παραγραφή διακόπτεται κατ’ άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. με την επίδοση της αγωγής από την ενάγουσα στον εναγόμενο.
Απορρίπτεται η αγωγή.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 13o Τριμελές
συνεδρίασε στις 11 Φεβρουαρίου 2020 με δικαστές τους:
Λαμπρινή Πλούμη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Σοφία Τσέκου-
Πλιάτσικα και Σωτηρία Μαργαρίτη (εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών
Δικαστηρίων και γραμματέα την Ελένη Σταμάτη, δικαστική
υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 23-3-2017
(αριθμός καταχ. ΑΓ 393/2017),
της τεχνικής κοινοπραξίας “…………………………………”, που
εδρεύει στην Πεύκη Αττικής (οδός ………………………..),
εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε με την πληρεξούσια
δικηγόρο της Γεωργία Αναστασία Βογιατζόγλου, βάσει της από 10-
2-2020 έγγραφης δήλωσης του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.
κατά του Δήμου …………………………, που εδρεύει στην
……………………Αττικής (οδός ………………………………),
εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του και παραστάθηκε με την
πληρεξουσία δικηγόρο του Ζωή Τσοροβά, βάσει της από 10-2-
2020 έγγραφης δήλωσης του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.
Το Δικαστήριο μ ε λ ε τ η σ ε τη δικογραφία και σ κ έ φ τ η κ ε
σύμφωνα με το νόμο
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, κατόπιν νομίμου μετατροπής
του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο
αναγνωριστικό με το υπόμνημα (κατ’ άρθρο 75 παρ. 3 του ΚΔΔ), η
ενάγουσα κοινοπραξία, επικαλούμενη την 4424/17-7-2009
εργολαβική σύμβαση συναφθείσα, μεταξύ αυτής και του Δήμου
………………….. Αττικής, για την εκτέλεση του έργου “Τοπικές
επεμβάσεις και ανακατασκευές διαφόρων σημείων Δήμου
………………………”, ζητά να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος
Δήμος ……………………….. Αττικής, ως καθολικός διάδοχος του
Δήμου …………………………. (άρθρα 1 παρ. 2 και 283 παρ. 1.5
περ. 8 του ν. 3852/2010), οφείλει να της καταβάλει, το συνολικό
ποσό των 103.153,53 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους
υπερημερίας λόγω καθυστερημένης εξόφλησης των 1ου - 6ου
λογαριασμών της ως άνω εργολαβίας, υπολογιζομένους (τους
τόκους) για το χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση διμήνου από
την υποβολή και έως την εξόφληση εκάστου των λογαριασμών, με
το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003.
Περαιτέρω, το ως άνω ποσό τόκων ζητείται να αναγνωριστεί ότι
της οφείλεται, νομιμοτόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας
από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και έως την εξόφληση,
ενώ, εξάλλου, απαραδέκτως με το υπόμνημα ζητείται η διόρθωση
και ειδικότερα η αύξηση του ως άνω αιτούμενου ποσού από
103.153,53 ευρώ σε 103.167,04 ευρώ. Επικουρικά, η ενάγουσα
ζητά να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να της
καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που οφείλονται από την
καθυστερημένη εξόφληση των 3ου - 6ου λογαριασμών,
υπολογιζομένους για το χρονικό διάστημα από την υποβολή των
σχετικών οχλήσεων (21-4-2011) έως την εξόφληση των
λογαριασμών με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του
π.δ. 166/2003. Ζητά τέλος, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η
απόφαση που θα εκδοθεί.
2. Επειδή, ο ν. 3669/2008 “Κύρωση της κωδικοποίησης της
νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων” (Α’ 116), που
εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού και στα έργα
των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως ίσχυε προ της
καταργήσεώς του με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 31 του ν.
4412/2016 (Α 147), όριζε στην παρ. 8 του άρθρου 53 ότι: «Οι
λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους
ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα σε ένα (1) μήνα
…..Ο λογαριασμός, μετά τον έλεγχο, εγκρίνεται από τη
διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την
πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου….» και στην παρ. 9
ότι: «Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς
υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή
του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την
ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται
σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 (ΦΕΚ 38 Α΄) και ο
ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη
διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση». Κατά την έννοια
των διατάξεων αυτών, οι λογαριασμοί, οι οποίοι έχουν εγκριθεί από
τη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, αποτελούν την πιστοποίηση
για την πληρωμή του αναδόχου για τις αντίστοιχες εργασίες, τις
οποίες αυτός έχει εκτελέσει και, συνεπώς, μετά την, κατά τα
ανωτέρω, έγκριση ανακύπτει υποχρέωση του κυρίου του έργου
προς πληρωμή τους (βλ. ΣτΕ 1497/2018, 3272/2015, 2614/2014,
4179/2011). Περαιτέρω, σε περίπτωση καθυστέρησης της
πληρωμής λογαριασμού χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου,
οφείλεται τόκος υπερημερίας. Δεν γεννάται όμως υποχρέωση του
κυρίου του έργου προς καταβολή τόκων υπερημερίας, όταν ο
λογαριασμός αυτός δεν συνοδεύεται από όλα τα κατά τις κείμενες
διατάξεις προβλεπόμενα έγγραφα και στοιχεία, όπως τιμολόγιο ή
άλλο φορολογικό στοιχείο, βεβαίωση περί καταβολής των
οφειλόμενων από τον ανάδοχο ασφαλιστικών εισφορών, βεβαίωση
φορολογικής ενημερότητας του αναδόχου, δεδομένου ότι στην
περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υπαιτιότητα του κυρίου του έργου
από τη μη πληρωμή του εν λόγω λογαριασμού για όλο το χρονικό
διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του αναδόχου να
υποβάλει τα κατά τα ανωτέρω δικαιολογητικά (βλ. ΣτΕ 1505/2015,
2649/2015, 4364/2014, 3474/2006). Τέλος το ποσό των τόκων
υπερημερίας δεν απαιτείται να συμπεριληφθεί σε άλλο εγκριθέντα
λογαριασμό, προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή του
αφού δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση στο νόμο (βλ. ΣτΕ 851/2015
σκ. 4, 3534/2009 σκ.5), ενώ οι ανάδοχοι δημοσίων έργων που
δικαιούνται τόκους υπερημερίας μπορούν να τους διεκδικήσουν
ασκώντας το ένδικο βοήθημα της αγωγής ενώπιον των Διοικητικών
Εφετείων (ΣτΕ 1844/2018 σκ. 5), χωρίς την προηγούμενη τήρηση
διοικητικής προδικασίας (ΣτΕ 339/2014 σκ. 7).
3. Επειδή, το π.δ. 166/2003 (το οποίο, καταργήθηκε, από 16-3-
2013, με την υποπαράγραφο Ζ.14. της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου
του Ν.4152/2013 -ΦΕΚ Α΄ 107, σύμφωνα με την οποία, όμως, οι
διατάξεις του παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που
υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του, όπως η ένδικη), στο
άρθρο 4 ορίζει ότι: «1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την
ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της
περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν
συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της
αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται
όχληση και οφείλει τόκους: α..... β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση
προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση
της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών
ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της
διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή
άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της
εν λόγω διαδικασίας. γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή
των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει
προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής
του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ.
Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της
παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία
καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις,
ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται
τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες
υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο
ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την
καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι
υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το
επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο
πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία
πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του
οικείου εξαμήνου («επιτόκιο αναφοράς») προσαυξημένο κατά επτά
εκατοστιαίες μονάδες («περιθώριο»), εφόσον δεν ορίζεται
διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει
την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται
και για τους επόμενους έξι μήνες. 5…», και στο άρθρο 8 ότι:«Στις
περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις
διατάξεις του διατάγματος αυτού, ευνοϊκότερες για το δανειστή,
εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις».
4. Επειδή, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου
των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄247), του
οποίου οι διατάξεις περί παραγραφής αξιώσεων κατά του
Δημοσίου, έχουν εφαρμογή και ως προς την παραγραφή των
αξιώσεων κατά των ΟΤΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
276 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Α 114), όριζε στο άρθρο 90 ότι: «1.
Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά
πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται
βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. … 3. Η απαίτηση
οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου
υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού,
που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή
αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων
του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις,
παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της …», στο άρθρο
91 ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του
παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του
Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο
οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής…»,
και στο άρθρο 93 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η
παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου
διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο
δικαστήριο…β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή
αιτήσεως, για την πληρωμή της απαιτήσεως οπότε η παραγραφή
αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση
του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως
Αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή
αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της
αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την
παραγραφή. ... γ) …». Εξάλλου, στο άρθρο 75 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), όπως η παρ. 2 αυτού
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 3900/2010 (Α 213) ορίζεται
ότι: “ 1. … 2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα
της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από
την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η
οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει
πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της
δίκης. …”
5. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 71 του ανωτέρω ν. 3669/2008 όριζε
ότι: «Βεβαίωση περάτωσης εργασιών: 1. Όταν λήξει η προθεσμία
περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων
αναφέρει στη διευθύνουσα υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί
και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται
στη σύμβαση … Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί, ο προϊστάμενος
της διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο
περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών)...
Η βεβαίωση περάτωσης των εργασιών δεν αναπληρώνει την
παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις
διατάξεις των επόμενων άρθρων.» (όπως η παράγραφος αυτή
ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 136 παρ. 1 του ν.
4070/2012, Α΄ 82/10-4-2012), στο άρθρο 73 ότι: «Προσωρινή
παραλαβή του έργου: 1. Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των
εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά… 2. Η προσωρινή
παραλαβή διενεργείται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη βεβαιωμένη
περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η
τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο (2) μήνες από την πιο
πάνω περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον
ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια
της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής
επιμέτρησης…. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο
δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, η παραλαβή
θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα (30) ημέρες μετά
την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια
της…» (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή
της με το άρθρο 136 παρ. 2 του ν. 4070/2012), στο άρθρο 74 ότι:
«1. Ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον
κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρηση του, σύμφωνα
με τα άρθρα 58 παράγραφος 1 και 75 παράγραφος 2 του
παρόντος και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική
παραλαβή, ορίζεται γενικά σε δεκαπέντε (15) μήνες ….. Ο χρόνος
εγγύησης αρχίζει από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών αν
μέσα σε δύο (2) μήνες από αυτή υποβληθεί από τον ανάδοχο η
τελική επιμέτρηση, άλλως από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή
με οποιονδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση.
2....», και στο άρθρο 75 ότι: «Οριστική παραλαβή: 1. Στην οριστική
παραλαβή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προσωρινή παραλαβή
των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 73 του παρόντος. 2. Η
οριστική παραλαβή γίνεται μετά την προσωρινή και την πάροδο
του χρόνου υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης. Πρέπει
να διενεργηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος
εγγύησης, σύμφωνα με το άρθρο 74 του παρόντος. Αν η οριστική
παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σε αυτήν την προθεσμία,
θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα (30) ημέρες μετά
την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά
της … Αν η προσωρινή παραλαβή δεν έχει διενεργηθεί μέχρι την
οριστική παραλαβή, διενεργείται ταυτόχρονα προσωρινή και
οριστική παραλαβή (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν την
αντικατάσταση του τρίτου εδαφίου της με το άρθρο 134 παρ. 2 του
ν. 4070/2012). 3…. 4…. 6. Η συντέλεση της οριστικής παραλαβής
αποτελεί την αφετηρία της παραγραφής των απαιτήσεων του
αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση…».
6. Επειδή, από τις διατάξεις, που αναφέρθηκαν στην 4η και 5η
σκέψη της παρούσας συνάγεται ότι η αξίωση του αναδόχου προς
καταβολή της, κατά την σύμβαση, οφειλομένης αμοιβής του
υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία άρχεται από το τέλος
του έτους, κατά το οποίο συνετελέσθη η οριστική παραλαβή του
έργου, είτε αυτή διενεργήθηκε από την Επιτροπή Παραλαβής δια
της συντάξεως σχετικού πρωτοκόλλου (πραγματική παραλαβή),
είτε έλαβε χώρα αυτοδικαίως (πλασματική παραλαβή). Η οριστική
δε παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί, αυτοδικαίως, εάν
παρέλθει άπρακτο δίμηνο από την συμπλήρωση του χρόνου της
εγγυήσεως του έργου, και, πάντως, μετά την πάροδο τριάντα (30)
ημερών από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο ανάδοχος θα
απευθύνει προς την Υπηρεσία ειδική περί τούτου όχληση, χωρίς
την οποία δεν επέρχεται η συντέλεση της (πλασματικής) οριστικής
παραλαβής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 74 του ν. 3669/2008 ο
χρόνος εγγύησης ορίζεται γενικά σε 15 μήνες αρχίζει δε από τη
βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών, υπό την αίρεση ότι εντός
δύο μηνών από αυτήν θα υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική
επιμέτρηση, άλλως από την ημερομηνία υποβολής της τελικής
επιμέτρησης από τον ανάδοχο ή από την με οποιοδήποτε άλλο
τρόπο σύνταξη αυτής (βλ. ΣτΕ 1531/2016 επί των αντιστοίχου
περιεχομένου διατάξεων του εκτελεστικού του ν. 1418/1984
π.δ/τος 609/1985 “Κατασκευή δημοσίων έργων” Α 223), ενώ για
την συντέλεση της αυτοδίκαιης προσωρινής και οριστικής
παραλαβής, είναι απαραίτητη η προηγουμένη έκδοση από τον
προϊστάμενο της Διευθυνούσης Υπηρεσίας της βεβαιώσεως περί
περατώσεως των εργασιών του έργου (βλ. ΣτΕ 2846/2017,
1363/2016).
7. Επειδή, το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί
ανωνύμων εταιρειών» (Α΄ 224), οι εν συνεχεία παρατιθέμενες
διατάξεις του οποίου διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 παρ. 1
του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και η εφαρμογή του
οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν.
2076/1992 (Α΄ 130), ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 35 «Αι
διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται, οσάκις η εταιρεία
(πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον κινητόν πράγμα ή απαίτησιν α)
λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ’ ανοικτώ λογαριασμώ, β ...».
Άρθρο 36 παρ. 1 «Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται
σύμβασις ενεχυριάσεως ...». Άρθρο 39 «1. Εάν αντικείμενον της
ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά
τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό
του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2. Αντίγραφον της συμβάσεως
ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως,
θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν». Άρθρο 44
«Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια
δικαιούται, ίνα εισπράξη την απαίτησιν, ως εκδοχεύς, το δε μετά
την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη». Με τις ανωτέρω
διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών
απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανώνυμων εταιριών
από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και,
ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα
εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη
ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις. Κατά την έννοια
των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι
απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση
απαιτήσεως, αλλά την εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο
πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος
της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει. Η
εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως
ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την
αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με
τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί
με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος
της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΣτΕ1846/2018, 1311/2017,
179/2014, 3038-3040/2013, βλ. και ΑΠ 208/2016, 1576/2014,
114/2008 κ.ά.). Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 459 του Α.Κ., με
την εκχώρηση, αν δεν συμφωνήθηκε αλλιώς, μεταβιβάζονται και οι
καθυστερούμενοι τόκοι, ρύθμιση, η οποία αρμόζει και για τους μη
δεδουλευμένους τόκους, οι οποίοι, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη
συμφωνία, ακολουθούν την εκχωρηθείσα κυρία απαίτηση (βλ. ΑΠ
1576/2014, 1463/1998, 902/1994). Εξάλλου, ο εκχωρητής έχει το
δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την
επανεκχώρηση της απαίτησης σ’ αυτόν, δεδομένου ότι και μετά την
εξόφληση του χρέους δεν αναιρείται αυτοδικαίως η εκχώρηση,
αλλά παραμένει ο εκδοχέας δικαιούχος ολόκληρης της
εκχωρηθείσας απαίτησης, μόνο που έχει υποχρέωση να αποδώσει
στον εκχωρητή το μετά την εξόφληση του χρέους υπόλοιπο. (βλ.
Α.Π. 1168/2015, 1883/2014, 108/1997).
8. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 «περί
λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» (Α΄ 204),
ορίζεται ότι: «1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις
χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί
εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται
εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το
αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το
κατασχετήριο κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο υπάγεται
φορολογικώς ο καθ’ ου η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την
εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός
δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια
την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, δια
την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος»,
ενώ στο άρθρο 56 του ιδίου ν.δ. ορίζεται ότι: «1. Εξαιρούνται της
εφαρμογής του παρόντος: α) οι Οργανισμοί Τοπικής
Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και
ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και … ». Από τις διατάξεις
αυτές προκύπτει ότι στους δήμους δεν έχει εφαρμογή η
προβλεπόμενη από τη πρώτη διάταξη ρύθμιση, αφού ρητά
εξαιρέθηκαν από αυτή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη με ποινή ακυρότητας από την διάταξη
του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού...»
(ΦΕΚ Α΄ 247) κοινοποίηση της αναγγελίας στις προβλεπόμενες
στην διάταξη αυτής αρχές, δηλαδή στον καθ’ ύλη αρμόδιο
Υπουργό, στην αρμόδια για την πληρωμή Δ.Ο.Υ., στην αρμόδια
Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, στις αρμόδιες για την
φορολογία τόσο του καθού η κατάσχεση - δανειστή του Δημοσίου –
όσο και του κατασχόντος Δ.Ο.Υ., σε περίπτωση εκχωρήσεως προς
τρίτους χρηματικής απαιτήσεως οφειλόμενης από το Δημόσιο, δεν
αποτελεί προνομία, ούτε ειδική προστατευτική διάταξη, έτσι ώστε
να μην έχει αναλογική εφαρμογή ούτε η διάταξη αυτή για την
εκχώρηση απαιτήσεως που οφείλεται από Δήμο με βάση την
διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 31/1968, που ορίζει ότι «αι υπό
των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί
δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το Δημόσιον ειδικαί
προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των
Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν
υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι
εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου
ισχυουσών». Εξάλλου, ο Δήμαρχος εκπροσωπεί τον δήμο και είναι
ο διατάκτης των πληρωμών, ιδιότητα υπό την οποία αυτός εκδίδει
τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής (βλ. άρθρο 86 παρ.1 εδάφια
α΄, β΄, γ΄ και ε΄ του ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α΄ 114, ήδη δε, άρθρο 58
παρ.1 εδάφια α΄, β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ του ν. 3852/2010, ΦΕΚ Α΄ 87,
καθώς και β.δ/γμα της 17 Μαΐου/15 Ιουν. 1959 «Περί οικονομικής
διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων, ΦΕΚ Α΄
114) και επομένως, αρμόδιος για την αναγνώριση και την
πληρωμή της δαπάνης είναι ο ίδιος ο Δήμος εκπροσωπούμενος
από τον δήμαρχό του, με συνέπεια, να αρκεί για το κύρος της
αναγγελίας της εκχωρήσεως η κατά τις κοινές διατάξεις του ΑΚ
κοινοποίησή της προς αυτόν (ΑΠ 1059/2012, 1405/2008).
9. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της
δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα με την 4424/17-7-
2009 εργολαβική σύμβαση που συνήψε με τον Δήμο
……………………., ανέλαβε την εκτέλεση του έργου “Τοπικές
επεμβάσεις και ανακατασκευές διαφόρων σημείων Δήμου
………………………….”, προϋπολογισμού 423.689,05 ευρώ
(συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Με την υπό κρίση αγωγή, η
ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι λογαριασμοί που υπέβαλε κατά την
εκτέλεση του έργου εξοφλήθηκαν με καθυστέρηση, χωρίς τούτο να
οφείλεται σε υπαιτιότητα της. Ειδικότερα, κατά τα μη
αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα: α) στις 31-
7-2009 υπέβαλε τον 1ο λογαριασμό του έργου, ποσού 54.276,99
ευρώ (45.610,92 ευρώ για εργασίες και 8.666,07 ευρώ για ΦΠΑ)
που εγκρίθηκε ρητώς στις 6-8-2009, για τον οποίο εξέδωσε, στη
συνέχεια, το 1/26-8-2009 ισόποσο τιμολόγιο και ο οποίος
εξοφλήθηκε στις 25-10-2010, β) στις 21-9-2009 υπέβαλε τον 2ο
λογαριασμό του έργου, ποσού 78.795,96 ευρώ (66.215,09 ευρώ
για εργασίες και 12.580,87 ευρώ για ΦΠΑ) που εγκρίθηκε ρητώς
στις 24-9-2009, για τον οποίο εξέδωσε, στη συνέχεια, το 2/25-9-
2009 ισόποσο τιμολόγιο και ο οποίος εξοφλήθηκε στις 25-10-2010,
γ) στις 29-9-2009 υπέβαλε τον 3ο λογαριασμό του έργου, ποσού
73.480,19 ευρώ (61.748,06 ευρώ για εργασίες και 11.732,13 ευρώ
για ΦΠΑ) που εγκρίθηκε ρητώς στις 30-9-2009, για τον οποίο
εξέδωσε, στη συνέχεια, το 3/30-9-2009 ισόποσο τιμολόγιο και ο
οποίος εξοφλήθηκε στις 25-7-2013, δ) στις 23-10-2009 (όπως
διορθώθηκε με το υπόμνημα, από 25-10-2009 που εκ
παραδρομής αναγραφόταν στο δικόγραφο της αγωγής) υπέβαλε
τον 4ο λογαριασμό του έργου, ποσού 135.375,78 ευρώ
(113.761,16 ευρώ για εργασίες και 21.614,62 ευρώ για ΦΠΑ) που
εγκρίθηκε ρητώς στις 6-11-2009, για τον οποίο εξέδωσε, στη
συνέχεια, το 4/6-11-2009 ισόποσο τιμολόγιο και ο οποίος
εξοφλήθηκε στις 25-7-2013, ε) στις 31-12-2009 υπέβαλε τον 5ο
λογαριασμό του έργου, ποσού 69.371,04 ευρώ (58.294,99 ευρώ
για εργασίες και 11.076,05 ευρώ για ΦΠΑ) που εγκρίθηκε ρητώς
στις 31-12-2009, για τον οποίο εξέδωσε, στη συνέχεια, το 5/9-2-
2010 ισόποσο τιμολόγιο και ο οποίος εξοφλήθηκε στις 13-11-2013
(όπως διορθώθηκε με το υπόμνημα, από 12-11-2013 που εκ
παραδρομής αναγραφόταν στο δικόγραφο της αγωγής), στ) στις 7-
6-2010 υπέβαλε τον 6ο λογαριασμό του έργου, ποσού 13.530,96
ευρώ (11.000,78 ευρώ για εργασίες και 2.530,18 ευρώ για ΦΠΑ)
που εγκρίθηκε ρητώς στις 19-7-2010, για τον οποίο εξέδωσε, στη
συνέχεια, το 6/31-12-2010 ισόποσο τιμολόγιο και ο οποίος
εξοφλήθηκε στις 13-11-2013 (όπως διορθώθηκε με το υπόμνημα,
από 12-11-2013 που εκ παραδρομής αναγραφόταν στο δικόγραφο
της αγωγής). Ενόψει αυτών, με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα
ζητά να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος, οφείλει να της
καταβάλει το συνολικό ποσό των 103.153,53 ευρώ, το οποίο
αντιστοιχεί, κατά τους ισχυρισμούς της, στους τόκους υπερημερίας
λόγω της καθυστερημένης εξόφλησης των προαναφερομένων
λογαριασμών της εργολαβίας, όπως το ποσό αυτό των τόκων
επιμερίζεται στην αγωγή για την καθυστερημένη εξόφληση καθενός
από τους λογαριασμούς, υπολογιζομένων (των τόκων) για το
χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση διμήνου από την υποβολή
κάθε λογαριασμού και έως την εξόφλησή του, με το επιτόκιο που
ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003. Εξάλλου, το ως
άνω ποσό τόκων ζητείται να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται,
νομιμοτόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επίδοση
της υπό κρίση αγωγής και έως την εξόφληση.
10. Επειδή, ο εναγόμενος Δήμος με την έκθεση απόψεων, το
υπόμνημα και την προσθήκη και αντίκρουση ζητά την απόρριψη
της αγωγής, ισχυριζόμενος, καταρχάς, ότι αυτή ασκείται
απαραδέκτως καθόσον η ενάγουσα υπέβαλε τρεις φορές τον “7ο
λογαριασμό” του έργου, που περιλαμβάνει αποκλειστικά τους
ένδικους τόκους υπερημερίας, οι δε ενδικοφανείς διαδικασίες
έχουν ολοκληρωθεί χωρίς να δικαιωθεί η ενάγουσα. Ειδικότερα,
όπως προκύπτει και από τα στοιχεία της δικογραφίας, η ενάγουσα
με το με αρ. πρωτ. 13038/27-12-2013 έγγραφό της, υπέβαλε στη
Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του εναγόμενου τον “7ο
λογαριασμό” του έργου, που περιλαμβάνει αποκλειστικά τόκους
υπερημερίας των 1ου έως 6ου λογαριασμών, επ’ αυτού δε
εκδόθηκε το 3297/14-3-2014 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας περί μη
έγκρισης αυτού. Στη συνέχεια, με το 16174/2016 έγγραφό της, η
ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου τον ίδιο λογαριασμό με τους τόκους
υπερημερίας, που επίσης δεν εγκρίθηκε με το 16174/2017
έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, ενώ
απορρίφθηκε τόσο η ένσταση κατά του προαναφερόμενου
εγγράφου με την 61/2017 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου
όσο και η αίτηση θεραπείας κατ’ αυτής, με την 64468/23798/13-9-
2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης
Αττικής. Ο ίδιος λογαριασμός επανυποβλήθηκε για τρίτη φορά με
το 10996/4-8-2017 έγγραφο της ενάγουσας που επίσης δεν
εγκρίθηκε με το 11913/30-8-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης
Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, απορρίφθηκε δε και η ένσταση
κατά του προαναφερόμενου εγγράφου με την 165/2017 απόφαση
του Δημοτικού Συμβουλίου. Εξάλλου, την τεκμαιρόμενη σιωπηρή
απόρριψη από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης
Αττικής, αίτησης θεραπείας κατά της προαναφερόμενης 165/2017
απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, η
ενάγουσα προσέβαλε (όπως και την 165/2017 απόφαση του
Δημοτικού Συμβουλίου) με προσφυγή (ΠΡ 822/18-6-2018), η
οποία εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται ότι ο υπολογισμός των
τόκων έχει γίνει εσφαλμένως με επιτόκιο μεγαλύτερο από το
νόμιμο καθώς και ότι, σε κάθε περίπτωση, οι ένδικες αξιώσεις
έχουν αποσβεστεί άλλως παραγραφεί. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η
ανάδοχος δεν είχε συμπεριλάβει σχετική απαίτηση καταβολής
τόκων στην τελική επιμέτρηση που υποβλήθηκε στις 7-6-2010,
ούτε όμως και στον τελικό λογαριασμό του έργου που υποβλήθηκε
στις 15-4-2011, καθώς και ότι οι ένδικες αξιώσεις κατά το χρόνο
υποβολής του “7ου λογαριασμού”, στις 4-8-2017, είχαν υποπέσει
σε παραγραφή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 75Α του ν. 3669/2008,
σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει του ότι η ανάδοχος είχε υποβάλει
την με αρ. πρωτ. 1609/22-2-2012 όχληση για οριστική παραλαβή
του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1, 2 του ν. 3669/2008, η
οριστική παραλαβή του έργου θεωρείται ότι έχει συντελεστεί
αυτοδίκαια στις 23-3-2012 (30 ημέρες μετά την υποβολή της
όχλησης) και συνεπώς έως την υποβολή του “7ου λογαριασμού”,
στις 4-8-2017, είχε παρέλθει η πενταετής προθεσμία παραγραφής.
11. Επειδή, εξάλλου, η ενάγουσα με το υπόμνημα αντιπροβάλλει
ότι η τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας δεν καταργεί το
δικαίωμά της για απευθείας διεκδίκηση των τόκων με άσκηση
αγωγής. Επίσης, όπως ισχυρίζεται, κατά την πρώτη και δεύτερη
υποβολή του “7ου λογαριασμού” (27-12-2013 και 28-12-2016
αντίστοιχα) δεν ήταν δικαιούχος των απαιτήσεων που απέρρεαν
από τους 1ο έως 5ο λογαριασμούς διότι είχε γίνει εκχώρηση αυτών
στην «ALPHA BANK” (1ος, 3ος, 5ος λογαριασμός) και στην “Γενική
Τράπεζα της Ελλάδος”, η οποία απορροφήθηκε από την “Τράπεζα
Πειραιώς” (2ος, 4ος λογαριασμός), η απορρέουσα δε από αυτούς
αξίωση για απόληψη τόκων υπερημερίας επέστρεψε στην
κοινοπραξία μετά τις από 31-1-2017 και 6-3-2017 εξώδικες
δηλώσεις της Τράπεζας “ALPHA BANK” και της “Τράπεζας
Πειραιώς”, αντίστοιχα, περί άρσης ενεχύρου, οι οποίες
κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο στις 1-2-2017 και 13-3-
2017, αντίστοιχα. Ισχυρίζεται δε ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν έχουν
παραγραφεί καθόσον η πενταετής προθεσμία παραγραφής αρχίζει
από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου
συντελέστηκε η οριστική παραλαβή του έργου και στην προκείμενη
περίπτωση αν και το έργο ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε από τον
Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Βεβαίωση Περαίωσης
Εργασιών, δεν έχει εισέτι παραληφθεί. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ακόμα
και αν γίνει δεκτό ότι το έργο παρελήφθη αυτοδίκαια στις 23-3-
2012, όπως προβάλλει ο εναγόμενος Δήμος, και πάλι οι ένδικες
αξιώσεις δεν έχουν παραγραφεί διότι ο χρόνος παραγραφής
διεκόπη με την υποβολή από την κοινοπραξία αίτησης για
πληρωμή των ενδίκων αξιώσεων και συγκεκριμένα με την
υποβολή, στις 4-8-2017, του “7ου λογαρισμού τόκων” καθόσον οι
προηγούμενες υποβολές του “7ου λογαριασμού” τα έτη 2013 και
2016 ήταν άνευ εννόμων συνεπειών διότι δεν ήταν αυτή δικαιούχος
των σχετικών απαιτήσεων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της, η
ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, α) την
εργολαβική σύμβαση, τους επίδικους λογαριασμούς που
εξοφλήθηκαν καθυστερημένα, τα αντίστοιχα τιμολόγια και
αποδεικτικά εξόφλησης, β) τις από 6-8-2009, από 2-10-2009 και
από 22-2-2010 συμβάσεις ενεχύρου – εκχώρησης απαιτήσεων, οι
οποίες έχουν καταρτιστεί μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας “ALPHA
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.” και της ομόρρυθμης εταιρίας
«…………………………………» (όχι της ενάγουσας κοινοπραξίας)
για την εκχώρηση στην εν λόγω τραπεζική εταιρία των απαιτήσεων
από την 1η , 3η και 5η εντολή πληρωμής της ένδικης εργολαβίας,
αντίστοιχα, καθώς και τις εκθέσεις επίδοσης με τις οποίες και οι
τρεις συμβάσεις αυτές επιδόθηκαν: στην τεχνική υπηρεσία του
Δήμου ………………….. (βλ. 10172Β/18-8-2009, 10578β/6-10-
2009 και 11887Β/23-2-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού
επιμελητή του Πρωτοδικείου της Αθήνας Αναστασίου Παγώνη,
αντίστοιχα), στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου
……………………… (βλ. 10173Β/18-8-2009, 10577β/6-10-2009
και 11886Β/23-2-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή
του Πρωτοδικείου της Αθήνας Αναστασίου Παγώνη, αντίστοιχα)
καθώς επίσης και στη ΔΟΥ ……………………………., στη ΔΟΥ
ΦΑΕΕ Αθηνών, στο Υπουργείο Εσωτερικών – Υπηρεσία
Δημοσιονομικού Ελέγχου και στον Υπουργό Εσωτερικών, γ) την
από 2-3-2011 «πρόσθετη πράξη στις από 2-10-2009 και 22-2-
2010 συμβάσεις ενεχυρίασης απαιτήσεων», στην οποία
αναφέρεται ότι οι «……………………………. ΟΕ» και
…………………………. ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και υπό την
ιδιότητά τους ως μέλη της κοινοπραξίας
“……………………………………….” (ενάγουσα) καθώς και η
τελευταία εγκρίνουν και αναγνωρίζουν ότι οι προαναφερόμενες
συμβάσεις ενεχυρίασης απαιτήσεων είναι ισχυρές και ότι ο
υπογράφων για λογαριασμό της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας
λειτουργούσε κατ’ εξουσιοδότηση αμφοτέρων των
κοινοπρακτούντων μερών επ’ ονόματι της αναδόχου κοινοπραξίας,
δ) το από 31-1-2017 έγγραφο της τραπεζικής εταιρίας “ALPHA
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.” περί άρσης του ενεχύρου και επανεκχώρησης
στην εταιρία “…………………………………… ΟΕ” και στην
κοινοπραξία (ενάγουσα) των απαιτήσεων από την 1η, 3η και 5η
εντολή πληρωμής του έργου, καθώς και τα αποδεικτικά επίδοσης
του εγγράφου αυτού - “επιστολής”, που επιδόθηκε, μεταξύ άλλων,
στον Δήμαρχο του Δήμου ……………………………. (βλ. 3093/1-2-
2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας
του Εφετείου Αθηνών, Επαμεινώνδα Πάζιου), ε) τις από 5-10-2009
και από 11-11-2009 συμβάσεις “ενεχυρίασης και εκχώρησης
απαίτησης” με τις οποίες η ενάγουσα κοινοπραξία εκχώρησε στην
τραπεζική εταιρία “ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.” τις
απαιτήσεις από την 2η και 4η εντολή πληρωμής του έργου,
αντίστοιχα, καθώς και τις από 6-3-2018 βεβαιώσεις της Αριάδνης
Π. Τσέλιου – Βάγια, δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του
Εφετείου Αθηνών η οποία βεβαιώνει την επίδοση των εν λόγω
συμβάσεων στον Δήμο ……….., επικαλούμενη τις 401ΣΤ, 402ΣΤ,
403ΣΤ/6-10-2009 εκθέσεις επίδοσης όσον αφορά την πρώτη
σύμβαση και τις 1079ΣΤ, 1080ΣΤ, 1081Στ/13-11-2009 όσον αφορά
τη δεύτερη, τα σώματα των οποίων (εκθέσεων επίδοσης), όπως
βεβαιώνεται, έχουν καταστραφεί επειδή έχει παρέλθει πενταετία,
στ) το από 6-3-2017 έγγραφο της τραπεζικής εταιρίας “ΤΡΑΠΕΖΑ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.” περί άρσης του ενεχύρου και επανεκχώρησης
στην εταιρία “…………………………………. ΟΕ” και στην
κοινοπραξία (ενάγουσα) των απαιτήσεων από την 2η και 4η εντολή
πληρωμής του έργου, καθώς και τα αποδεικτικά επίδοσης του
εγγράφου αυτού - “επιστολής”, που επιδόθηκε, μεταξύ άλλων, στον
Δήμαρχο του Δήμου ………………………………. (βλ. 9345/13-3-
2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας
του Εφετείου Αθηνών, Λάμπρου Πάννου).
12. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά στην 2η σκέψη της παρούσας,
οι τόκοι υπερημερίας δεν απαιτείται να συμπεριληφθούν σε άλλο
λογαριασμό, προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή τους,
αφού δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση στο νόμο, ενώ το ύψος τους
προκύπτει ευθέως από την εφαρμογή του προβλεπόμενου από το
νόμο επιτοκίου επί του εγκεκριμένου αρχικά και καταβληθέντος
τελικά ποσού. Ως εκ τούτου, ο ανάδοχος, και εν προκειμένω η
ενάγουσα, δύναται ευθέως να διεκδικήσει την επιδίκαση του
σχετικού ποσού ασκώντας την υπό κρίση αγωγή (βλ. ΣτΕ
1844/2018 σκ. 5) παρά το γεγονός ότι η τελευταία περιέλαβε το
σχετικό κονδύλιο σε υποβληθέντα “λογαριασμό” (βλ. ΣτΕ 339/2014
σκ. 7), απορριπτομένων, ως αβασίμων, όσων περί του αντιθέτου
ισχυρίζεται ο εναγόμενος Δήμος, ενώ, εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή
στην πρόοδο της παρούσας δίκης η άσκηση από την ενάγουσα
πλην της υπό κρίση αγωγής (με αρ. καταχ. ΑΓ393/23-3-2017) και
της προαναφερόμενης με αρ. καταχ. (ΠΡ 822/18-6-2018)
προσφυγής, η οποία εκκρεμεί στο Δικαστήριο καθόσον, σε κάθε
περίπτωση, η τελευταία είναι μεταγενέστερη της υπό κρίση
αγωγής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι α) οι
ανωτέρω από 6-8-2009, από 2-10-2009 και από 22-2-2010
συμβάσεις ενεχύρου – εκχώρησης των απαιτήσεων από την 1η ,
3η και 5η εντολή πληρωμής της ένδικης εργολαβίας στην
τραπεζική εταιρία “ALPHA BANK”, δεν καταρτίστηκαν από την
ενάγουσα κοινοπραξία αλλά την ομόρρυθμη εταιρία
«…………………………………….. ΟΕ», ενώ, άλλωστε, από τα
στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τόσο αυτές όσο και η
προαναφερόμενη από 2-3-2011 «πρόσθετη πράξη στις από 2-10-
2009 και 22-2-2010 συμβάσεις ενεχυρίασης απαιτήσεων», δεν
αναγγέλθηκαν νομίμως στον εναγόμενο Δήμο, με επίδοση στον
Δήμαρχο, ως αρμόδιο για την αναγνώριση και πληρωμή της
δαπάνης όργανο, όπως απαιτείται κατά τα γενόμενα δεκτά στην 8η
σκέψη της παρούσας, β) νόμιμη αναγγελία με επίδοση στον
Δήμαρχο του Δήμου …………………………, ως αρμόδιο για την
αναγνώριση και πληρωμή της δαπάνης όργανο, δεν προκύπτει
ούτε όσον αφορά στις ανωτέρω από 5-10-2009 και από 11-11-
2009 συμβάσεις ενεχύρου – εκχώρησης των απαιτήσεων από την
2η και 4η εντολή πληρωμής του έργου στην τραπεζική εταιρία
“ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.”, καθόσον στις
προαναφερόμενες από 6-3-2018 βεβαιώσεις, η δικαστική
επιμελήτρια της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Αριάδνη
Τσέλιου - Βάγια, αναφέρει μεν συνολικά έξι (6) αριθμούς εκθέσεων
για αντίστοιχες επιδόσεις των εν λόγω συμβάσεων στον
εναγόμενο, των οποίων (εκθέσεων) τα σώματα, όπως βεβαιώνει,
έχουν καταστραφεί λόγω παρέλευσης πενταετίας, πλην όμως και
πέραν οτιδήποτε άλλου, δεν αναφέρει ειδικότερα τα όργανα/
υπηρεσίες του Δήμου στις οποίες αφορούσαν οι επιδόσεις αυτές,
γ) καμία σύμβαση εκχώρησης δεν προκύπτει ότι καταρτίστηκε για
τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον 6ο λογαριασμό του έργου,
δ) η εξόφληση των 3ου, 4ου, 5ου και 6ου λογαριασμών της ένδικης
εργολαβίας έγινε στην ανάδοχο κοινοπραξία (ενάγουσα), όπως
προκύπτει από τα εκδοθέντα με δικαιούχο την ίδια χρηματικά
εντάλματα πληρωμής, που προσκομίστηκαν προς απόδειξη της
εξόφλησης των λογαρισμών, κρίνει ότι η ενάγουσα κοινοπραξία με
την ιδιότητα της αναδόχου της ένδικης εργολαβίας, νομιμοποιείται
ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, με την οποία ζητά
την επιδίκαση τόκων λόγω της καθυστέρησης εξόφλησης των
ανωτέρω λογαριασμών του έργου, και τούτο ενόψει και του ότι,
όπως προκύπτει, η ενάγουσα δεν είχε καταρτίσει συμβάσεις
εκχωρήσεις των απαιτήσεων από τους 1ο, 3ο, 5ο, 6ο
λογαριασμούς του έργου και σε κάθε περίπτωση δεν είχε
διενεργήσει νομίμως αναγγελία στον εναγόμενο τυχόν
εκχωρήσεων των απαιτήσεων που απορρέουν από τους
προαναφερθέντες λογαριασμούς (1ο έως 6ο). Περαιτέρω,
δοθέντος ότι, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του
φακέλου, στις 31-12-2009 βεβαιώθηκε η περάτωση των εργασιών
του έργου (βλ. την από 31-12-2009 βεβαίωση περαίωσης), στις 7-
6-2010 υποβλήθηκε η τελική επιμέτρηση, ενώ η ανάδοχος
υπέβαλε και την με αρ. πρωτ. 1609/22-2-2012 όχληση για την
οριστική παραλαβή του έργου, η παραγραφή των ενδίκων
αξιώσεων της αναδόχου, σε κάθε περίπτωση, εκκίνησε, κατά
τα γενόμενα δεκτά στην 6η σκέψη της παρούσας, στις 31-12-
2012, ήτοι τέλος του έτους 2012, οπότε και συντελέστηκε
αυτοδικαίως η οριστική παραλαβή του έργου (30 μέρες μετά
την από 22-2-2012 όχληση), ακολούθως διεκόπη, κατ’ άρθρο
93 του ν. 2362/1995, στις 27-12-2013 με την υποβολή από την
ενάγουσα της με αρ. πρωτ. 13038/27-12-2013 αίτησης - “7ου
λογαριασμού” περί καταβολής των τόκων υπερημερίας λόγω
της καθυστερημένης εξόφλησης των 1ου – 6ου λογαριασμών
του έργου, η δε πενταετής παραγραφή που άρχισε εκ νέου,
στις 14-3-2014 (από την έκδοση της με αρ. πρωτ. 3297/14-3-
2014 απορριπτικής απάντησης επί αυτής) και πάντως στις 27-
6-2014 (έξι μήνες μετά την υποβολή της αίτησης) και η οποία
δεν διακόπτεται από δεύτερη αίτηση πληρωμής, είχε ήδη
συμπληρωθεί στις 30-12-2019, ήτοι κατά το χρόνο επίδοσης,
κατ’ άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., της υπό κρίση αγωγής από
την ενάγουσα στον εναγόμενο (βλ. την 589Β/30-12-2019
έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της
Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Σοφίας Αθανασίου Μέγα).
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, πέραν
οτιδήποτε άλλου, οι ένδικες (παρεπόμενες) αξιώσεις της
αναδόχου που απορρέουν από τους ανωτέρω λογαριασμούς
του έργου έχουν παραγραφεί και η κρινόμενη αγωγή είναι
απορριπτέα, ως αβάσιμη. Άλλωστε, και υπό την εκδοχή ότι η
ενάγουσα είχε προβεί σε εκχωρήσεις των απαιτήσεων από τους 1ο
έως και 5ο λογαριασμούς του έργου και είχε διενεργήσει νομίμως
αναγγελία αυτών στον εναγόμενο, η υπό κρίση αγωγή, ως προς τις
απαιτήσεις που αφορούν τους λογαριασμούς αυτούς, είναι
απορριπτέα, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της
ενάγουσας, ενώ το αγωγικό αίτημα δεν δύναται, να θεμελιωθεί
παραδεκτώς, στην (ή και στην) πραγματική και νομική βάση της
επανεκχώρησης των απαιτήσεων αυτών και στην ιδιότητα της
ενάγουσας ως εκδοχέα (κατόπιν επανεκχώρησής τους). Και τούτο,
διότι στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο
73 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. “εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το
άρθρο 45 πρέπει να περιέχει και: α) καθορισμό της έννομης
σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση β) σαφή έκθεση των
πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που
θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και γ) σαφώς καθορισμένο
αίτημα” δεν γίνεται επίκληση τυχόν εκχώρησης των ενδίκων
απαιτήσεων και επανεκχώρησης αυτών. Επίκληση της
επανεκχώρησης, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται ότι έχει
καταρτιστεί σχετική σύμβαση επανεκχώρησης, γίνεται από την
ενάγουσα το πρώτον με το υπόμνημα, πλην όμως δεν είναι, κατά
το άρθρο 138 του Κ.Δ.Δ., δυνατή η μεταβολή της ιστορικής και
νομικής βάσης της αγωγής με το υπόμνημα (πρβλ. ΣτΕ 1228/2016,
1536/2016, 2170/2015).
13. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να
απορριφθεί, ενώ κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, η ενάγουσα
πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη (άρθρο 275 Κ.Δ.Δ.)
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή.
Απαλλάσσει την ενάγουσα από τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2020 και
δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 23 Ιουνίου 2020.